σίδηρος

Χημικό στοιχείο με σύμβολο Fe·ανήκει στην όγδοη ομάδα του περιοδικού συστήματος, έχει ατομικό αριθμό 26, ατομικό βάρος 55,85, σημείο τήξης 15300C, σημείο ζέσης 27350C, ειδικό βάρος 7,86, τέσσερα σταθερά ισότοπα και τρία ραδιενεργά. Ο σ. μεταξύ των βαρέων μετάλλων, είναι το πιο διαδομένο και άφθονο στο γήινο φλιό. θεωρείται ότι ο κεντρικός πυρήνας του πλανήτη μας αποτελείται κυρίως από τετηγμένο καθαρό σ. και ότι η λάβα περιέχει περίπου 5%. Επειδή είναι πολύ δραστικός σπάνια συναντιέται στην καθαρή μορφή του· οι μικρές ποσότητες που βρίσκονται έχουν ασφαλώς εξωγήινη προέλευση (μετεωρητικός σ.), και πάντοτε άλλα μέταλλα, ιδιαίτερα νικέλιο. Ο σ. είναι τετραμορφικός· οι τέσσερις αλλοτροπικές μορφές του ονομάζονταν α, β, γ, δ, και υπάρχουν σε ιδιαίτερες περιοχές θερμοκρασίας: η μορφή α από την ψυχρή κατάσταση ως τους 7660C· η β από 766-8500C· η γ από 850-14000C· και η δ από 14000C ως το σημείο τήξης. Μεταξύ των διάφορων μορφών έχουν επισημανθεί διαφορές: η μορφή β, π.χ., είναι ασθενώς παραμαγνητική, διαφοροποιημένη τελείως από τη μορφή α. Ο σ. της βιομηχανικής περιοχής (χυτοσίδηρος, χάλυβας, μαλακός σ.) παρουσιάζει διαφορετικά φυσικά χαρακτηριστικά από τον καθαρό σ. που λαβαίνεται μόνο με ειδικές μεθόδους (μέθοδος Γκόλντσμιτ, ηλεκτρολυτική μέθοδος). Ο καθαρός σ. εμφανίζεται σε μορφή αργυρόχρωμου μετάλλου, πολύ ισχυρού, ευλύγιστου, ελαστικού και εύκολου στην επεξεργασία είτε εν θερμώ είτε εν ψυχρώ. Ο σ. παραμένει αναλλοίωτος στον ξηρό αέρα και δεν προσβάλλεται από το νερό που δεν περιέχει διαλυμένο διοξείδιο του άνθρακα. Σε υγρή ατμόσφαιρα καλύπτεται από σκουριά, που από χημική άποψη είναι ένυδρος βασικός ανθρακικός σ., η οποία δεν περιορίζεται επιφανειακά αλλά προχωρεί βαθύτερα και έτσι ευνοείται η συνέχιση του φαινόμενου αυτού ως· τον πλήρη μετασχηματισμό του μετάλλου. Το χημικό αυτό φαινόμενο και άλλα ανάλογα (διάβρωση) αποτελούν ένα μεγάλο τεχνικό και οικονομικό πρόβλημα και ακόμα και σήμερα αν και συνεχίζονται οι μελέτες δεν έχει τελείως λυθεί. Ο σ. προοσβάλλεται αρκετά εύκολα από τα αραιά οξέα, υδροχλωρικό και θειικό, με έκλυση υδρογόνου. Ακόμα και το αραιό νιτρικό οξύ προσβάλλει το σ.· αν όμως εμβαπτιστεί πολύ γρήγορα σε πυκνό νιτρικό οξύ δε διαλύεται πλέον. Το φαινόμενο αυτό (παθητικότητα) οφείλεται στο σχηματισμό ενός εξαιρετικά λεπτού στρώματος προσκολλημένου από οξείδιο, το οποίο προστατεύει το καλυμμένο μέταλλο από κάθε προσβολή. Από το σ. προέρχονται δύο μεγάλες οικογένειες ενώσεων: στη μία από αυτές ο σ. είναι δισθενής (σιδηροενώσεις) και στην άλλη τρισθενής (σιδηρι-ενώσεις, σθένος). Είναι πάντοτε δυνατές αντιδράσεις μεταξύ τους ώστε να γίνονται μετατροπές από σιδηροενώσεις σε σιδηρι- και αντίστροφα (οξειδοαναγωγή). Πολυάριθμες είναι οι χημικές ενώσεις του σ. που παρουσιάζουν ειδικό ενδιαφέρον. Οξείδιο του σίδηρου ή sesqui-οξείδιο (Fe2O3). Αποτελεί την κύρια πρώτη ύλη για την παραγωγή του σίδηρου. Έχει μορφή σκληρής ερυθρής σκόνης. Παρασκευάζεται στο εργαστήριο με πύρωση του υδροξειδίου του σ. Στη βιομηχανία χρησιμοποιείται κυρίως για τη λείανση των μετάλλων και του γυαλιού και ως ερυθρό χρώμα σε μερικά βερνίκια (κόκκινη ώχρα, ερυθρό της Βενετίας). Σιδηρι-υδροξείδιο [Fe(OH)3]. Παρασκευάζεται στο εργαστήριο από διαλύματα αλάτων σ. επεξεργασμένα εν θερμώ με αλκάλια και καυστική αμμωνία, οπότε αποχωρίζεται με μορφή ζε-λατινοειδούς ερυθροφαιού ιζήματος. Στην καθίζηση με υδροξείδιο του αμμωνίου, στη συλλογή του ιζήματος, στην πύρωση και ζύγισμα του οξείδιου του σ. που παραλαμβάνεται, βασίζεται μια αναλυτική μέθοδος για τον ποσοτικό προσδιορισμό του σ. Το κόκκινο χρώμα της αργίλου των τούβλων οφείλεται είτε στο υδροξείδιο είτε στο οξείδιο του σ. Το υδροξείδιο του σ. μπορεί ακόμα να εμφανίζει όξινη συμπεριφορά με παρουσία υδροξειδίων των αλκαλικών μετάλλων και αλκαλικών γαιών σχηματίζοντας άλατα του τύπου NaFeO2, που ονομάζονται σιδηρίτες (αμφοτερισμός). Οι σιδηρίτες των μετάλλων των αλκαλικών γαιών είναι σώματα σιδηρομαγνητικά (σιδηρομαγνητισμός) και εφαρμόζονται στις υπολογιστικές μηχανές και στις ταινίες μαγνητοφώνων. Θειούχος σίδηρος (FeS). Παρασκευάζεται στο εργαστήριο αν επεξεργαστεί διάλυμα σιδηρούχου άλατος με διάλυμα θειικού αμμωνίου. Η βιομηχανική παρασκευή του γίνεται με τήξη σκόνης ή ρινισμάτων σ. με θείο ή με πυρίτη (ορυκτό του σ.). Ο θειούχος σ. που παραλαμβάνεται είναι μια τετηγμένη, έντονα κυανόφαιη και πολύ σκληρή μάζα. Στο εργαστήριο χρειάζεται για την παρασκευή του αέριου υδρόθειου (H2S) που χρησιμοποιείται στην αναλυτική χημεία. Για την παρασκευή αυτή χρησιμοποιείται η συσκευή του Κιπ, στην οποία ο θειούχος σ. προσβάλλεται από το υδροχλωρικό οξύ. Ο διθειούχος σ. (FeS2) ή πυρίτης, κίτρινο ορυκτό με όψη μεταλλική, είναι το πιο διαδομένο στη φύση ορυκτό του σίδηρου. Θειικός σίδηρος (FeSO4). Παρασκευάζεται στο εργαστήριο αν αντιδράσει ο μεταλλικός σ. μ’ ένα διάλυμα θειικού οξέος. Έχει μορφή ωραίων πράσινων κρυστάλλων και είναι, από πολύ παλιά, η πιο γνωστή μεταξύ των χημικών ενώσεων. Οι αλχημιστές του 13ου αι. τον ονόμαζαν «πράσινο βιτριόλι». Χρησιμοποιείται στην κατασκευή μελανιών και ως αποκρυπτογαμικό. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το διπλό άλας του FeSO4·(ΝΗ4)2 8Ο4· 6Η2Ο (διπλό θειικό σιδηρο-αμμωνιακό ή άλας του Moρ), το οποίο χρησιμοποιείται στην αναλυτική χημεία ως τιτλοδότης των διαλυμάτων του υπερμαγγανικού κάλιου (οξειδοαναγωγή) και για να παρασκευαστούν διαλύματα του Fe+++ με γνωστό τίτλο. Ανθρακικός δισθενής σίδηρος (FeCO)3. Συναντιέται αρκετά διαδομένος στη φύση με τη μορφή ορυκτού (σιδερίτης). Διαλύεται ελάχιστα στη μορφή του διττανθρακικού σίδηρου Fe(HCO3)2 από τα νερά που περιέχουν διοξείδιο του άνθρακα και με τη μορφή αυτή ξαναβρίσκεται στα φυσικά σιδηρούχα νερά (νήσος Έλβα). Τα νερά αυτά εμφανίζουν την ιδιότητα να θολώνουν στον αέρα επειδή καθιζάνει το υδροξείδιο του τρισθενούς σ. που σχηματίζεται με την οξείδωση του δισθενούς σ. κάτω από την επίδραση του ατμοσφαιρικού οξυγόνου. Ενδιαφέροντα από αναλυτική άποψη, είναι τα σύμπλοκα ιόντα (ειδικότερα τα σύμπλοκα ανιόντα) που σχηματίζει ο σ. με το όξινο τμήμα του υδροκυανικού οξέος, το CN. Τα καλιούχα άλατα αυτών των ανιόντων είναι αντίστοιχα: K4[Fe(CN)6] - δισθενής σ. - σιδηροκυανιούχο κάλιο ή πρωσικό κίτρινο· K3[Fe(CN)6] - τρισθενής σ. - σιδηροκυανιούχο κάλιο ή πρωσικό ερυθρό. Το σιδηροκυανιούχο κάλιο παρασκευάζεται αν επεξεργαστούμε ένα σιδηροκυανιούχο διάλυμα με χλώριο. Τα δύο αυτά σύμπλοκα άλατα χρησιμοποιούνται στην αναλυτική χημεία ως ειδικά αντιδραστήρια του δισθενούς και του τρισθενούς σ. Το σιδηροκυανιούχο αντιδρά μόνο με τα άλατα του τρισθενούς σ. (όχι με του δισθενούς σ.) και δίνει Fe4 [Fe (CN)6]3, σιδηροκυανιούχο σίδηρο ή κυανούν της Πρωσίας, με ωραιότατο έντονο κυανούν χρώμα. Το σιδηροκυανιούχο αντιδρά μόνο με τα άλατα του δισθενούς σ. (όχι με του τρισθενούς σ.) και δίνει Fe3[Fe(CN)6]2, σιδηροκυανιούχο σ. ή κυανούν του Τάρνμπουλ. Το κυανούν της Πρωσίας, γνωστό από το 18o αι., χρησιμοποιείται και ως χρωστικό στα χρώματα. Μια από τις πιο πρόσφατες ενώσεις του σ. είναι το σιδηροπεντακαρβονύλιο Fe(CO)3 που διαθέτει την εξαιρετική ιδιότητα να είναι υγρό σε κανονική θερμοκρασία. Το προϊόν αυτό εφαρμόζεται ως αντιεκτονωτικο στις βενζίνες και ως πηγή σ. υψηλής καθαρότητας. Ορυκτά του σίδηρου. Τα ορυκτά του σ., που χρησιμοποιούνται βιομηχανικά για την εξαγωγή του μετάλλου είναι: ο αιματίτης, ο λειμονίτης, ο μαγνητίτης και ο σιδηρίτης. Ο «αυτοφυής» σ. βρίσκεται επίσης στη φύση αλλά σε τόσο μικρές ποσότητες ώστε να μην παρουσιάζει βιομηχανικό ενδιαφέρον. Οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις αυτοφυούς σ. παρατηρούνται στο Μπυλ κοντά στο Κάσελ (Γερμανία) και στο νησί του Ντίσκο, κοντά στη δυτική ακτή της Γροιλανδίας. Ο αυτοφυής σ. υπάρχει αντίθετα άφθονος στους μετεωρίτες. Ο αιματίτης είναι ένα οξείδιο του σ. (Fe2O3) που, όταν βρίσκεται καθαρό, περιέχει 70% σ.: γενικά όμως η περιεκτικότητα του κυμαίνεται από 40-50%. Ο λειμονίτης είναι επίσης ένα οξείδιο, περιέχει όμως και νερό σε ποικίλες ποσότητες και προέρχεται από την εξαλλοίωση των άλλων ορυκτών του σ. Η περιεκτικότητα του σε σ. αλλάζει στα διάφορα κοιτάσματα, γενικά όμως δεν υπερβαίνει το 50%. Ο μαγνητίτης χημικά είναι οξείδιο (Fe3O4), ορυκτολογικά όμως είναι σπινέλιος (FeO - Fe2O3, σπινέλιοι): είναι το πιο πλούσιο ορυκτό σε περιεκτικότητα σίδηρου. Πραγματικά σε καθαρή κατάσταση πρέπει να περιέχει 72,4% σ. Ο σιδηρίτης είναι ανθρακικός σ. (FeCO3) που, σε καθαρή κατάσταση, περιέχει το 48,3% του μετάλλου: το ποσοστό αυτό αυξάνει γενικά όταν, πριν μπει το ορυκτό σε υψικαμίνους, υποβληθεί σε φρύξη. Για την εξαγωγή σ. χρησιμοποιούνται ακόμα και τα φρύγματα του σιδηροπυρίτη (FeS2): πρέπει όμως να καθαριστούν τελείως από τα υπολείμματα του θείου με ψήσιμο σε υψικάμινους με παρουσία καθαρής σκόνης άνθρακα. Μεταλλουργία του σίδηρου. Σε κατάσταση ακατέργαστη ο σ. δε χρησιμοποιείται στη βιομηχανία. Υπάρχει ένα ειδικό προϊόν του με χαμηλή περιεκτικότητα σε άνθρακα, το οποίο ονομάζεται ομογενής σ. ή εμπορικός· η χημική σύσταση του είναι ανάλογη με τους μαλακούς χάλυβες, αλλά διαφέρει ουσιαστικά στη μέθοδο παραγωγής και στις ιδιότητες. Ο χάλυβας είναι ένα σιδηρούχο κράμα με χαμηλή περιεκτικότητα σε άνθρακα· παράγεται με καθαρισμό του χυτοσιδήρου, ο οποίος είναι ένα προϊόν του σ. με υψηλή περιεκτικότητα σε άνθρακα. Ο ομογενής σ. παράγεται στη μαλακή κατάσταση με τη μέθοδο της ανάδευσης. Με τη μέθοδο αυτή (αγγλικής προέλευσης) ο χυτοσίδηρος τήκεται σε κάμινο αντανακλαστικού τύπου, η οποία θερμαίνεται με κοκ, ελεύθερο από θείο, και έχει μια σειρά από παράπλευρα ανοίγματα. Από τα ανοίγματα διαβιβάζεται στην επιφάνεια του τετηγμένου μετάλλου ρεύμα αέρα το οποίο αντιδρά με ξένες ακαθαρσίες - στοιχεία σχηματίζοντας οξείδια, που ελευθερώνονται με τους καπνούς, ενώ οι ξένες ακαθαρσίες - προϊόντα παραμένουν ως σκουριές. Το τήγμα αναδεύεται συγχρόνως ισχυρά με μια μακριά σιδηρή ράβδο η οποία εισάγεται σε κατάλληλα ανοίγματα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί με χειρισμούς απ’ έξω. Όταν τελειώσει ο καθαρισμός, η μάζα είναι πολύ μαλακή, σχεδόν στερεά. Τότε χτυπιέται με μια σφύρα που την ομογενοποιεί αποβάλλοντας τις σκουριές. Ο σ. με τη μέθοδο αυτή της ανατάραξης είναι γενικά ένα προϊόν με κατώτερα χαρακτηριστικά ως προς το χάλυβα, γιατί σπάνια κατορθώνεται με τη σφύρα να απομακρυνθούν όλα τα οξείδια και οι σκουριές, οι οποίες ενσωματώνονται στο μέταλλο και το κάνουν ν’ αποκτά χαρακτηριστικές νευρώσεις. Για να βελτιωθεί η ποιότητα καταφεύγουν στην τήξη σε υψηλή θερμοκρασία, που πραγματοποιείται με απλή σφυρηλάτηση. Για να αποφευχθεί η χειροποίητη ανάμειξη της τετηγμένης μάζας επινοήθηκαν κυλινδρικές κάμινοι, οι οποίες ονομάζονται φούρνοι ωοειδείς, που περιστρέφονται γύρω από τον άξονά τους μέσω ενός ηλεκτρικού κινητήρα και οδοντωτού τροχού και στις οποίες η ανάμειξη πραγματοποιείται με τη συνεχή περιστροφή της καμίνου. Η κεφαλή τους είναι συνδεμένη, με μια προσαρμογή, με την εστία όπου καίγεται το κάρβουνο. Ο ομογενής σ. παράγεται συνήθως με αρχικό προϊόν παλιά χαλύβδινα αντικείμενα συμπιεσμένα με σφυρηλάτηση και σε υψηλή θερμοκρασία ώστε να τακούν όλα μαζί. Ο σ. που παράγεται με τον τρόπο αυτόν ονομάζεται «σε δέμα» και εμφανίζει ιδιότητες ανάλογες μ’ εκείνες των παραγόμενων με την ανάδευση. Πολύ καθαρός σ. παράγεται με τη μέθοδο Γκόλντσμιτ, η οποία αξιοποιεί την αντίδραση μεταξύ αργίλιου και οξείδιου του σίδηρου: 2A1 + Fe2O3 -Α12Ο3 + 2Fe η οποία συνοδεύεται από μεγάλη ποσότητα εκλυόμενης θερμότητας (αλουμίνιο, αργιλο-θερμαντική μέθοδος): ο σ. που παράγεται κατ’ αυτόν τον τρόπο ονομάζεται αργιλοθερμικός. Ακόμα, καθαρότερος σ. παράγεται με ηλεκτρόλυση (σ. ηλεκτρολυτικός), αλλά είναι πολύ εύθραυστος από την παρουσία αερίων, αν ως αρχική ύλη ληφθεί χλωριούχος σ. και χρησιμοποιηθεί άνοδος από χυτοσίδηρο ή χάλυβα. Εφαρμογές του σίδηρου. Ο σ., την εποχή που ανακαλύφτηκαν οι μεταλλουργικές μέθοδοι που ήταν αναγκαίες για την παραλαβή του από τα ορυκτά και την επεξεργασία του, ήταν το κυρίως προτιμώμενο υλικό για την κατασκευή εργαλείων και όπλων. Η παραγωγή του χάλυβα, που έγινε οικονομικά επωφελής χάρη στη μέθοδο του Μπέσεμερ (1856), έδωσε τεράστιες δυνατότητες επέκτασης στις εφαρμογές του σ., τόσο ώστε έγινε η κύρια πρώτη ύλη στη σύγχρονη μηχανική βιομηχανία, στην κατασκευή μηχανών, χερσαίων μεταφορικών μέσων, πλοίων, ηλεκτρικών σταθμών, όπλων, εξαρτημάτων και εργαλείων. Τις τελευταίες δεκαετίες, η δημιουργία σιδηρούχων κραμάτων με ειδικά μηχανικά και χημικά χαρακτηριστικά επέτρεψε να επεκταθούν οι εφαρμογές του σ. σε νέους τομείς (κράμα). Κατασκευάζονται χάλυβες ανοξείδωτοι με χρωμονικέλιο, σκληρότατοι με μαγγάνιο, ταχυχάλυβες με βολφράμιο και βανάδιο και πολλά άλλα κράματα που η τεχνική τελειοποιεί συνεχώς για να ικανοποιήσει τις πιο ποικίλες απαιτήσεις. Για να υπομνηστούν οι εφαρμογές του σ. θα έπρεπε να αναφερθούν όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες· η σημασία γίνεται φανερή αν αναλογιστούμε ότι χωρίς αυτόν ο πολιτισμός μας θα ήταν αδιανόητος. Ιατρική. Ο σ. είναι στοιχείο απαραίτητο στο πρωτόπλασμα στο οποίο εκτελεί λειτουργίες καταλύτη και μεταφοράς οξυγόνου χάρη στην ιδιότητα του να μετατρέπεται εύκολα από δισθενής σε τρισθενή και αντίστροφα. Στον άνθρωπο, όπως και στα ανώτερα ζώα, συμμετέχει στο σχηματισμό της αιμοσφαιρίνης, της μυοσφαιρίνης (μύες) και μερικών αναπνευστικών ενζύμων των κυττάρων· εκτός αυτών, στον oοργανισμό μας βρίσκεται και μια εφεδρική ποσότητα του μετάλλου εναποθηκευμένη στο ήπαρ, στο σπλήνα και στο μυελό των οστών υπό μορφή ηδικών συνθέσεων, όπως η φεριτίνη και η αιμοσιδερίνη. Ο άνθρωπος παίρνει φυσιολογικά το σ. με τις τροφές (πλούσιες τροφές σε σ. είναι το κρέας, τα αβγά και το σπανάκι)· ένας ειδικός μηχανισμός ρυθμίζει την απορρόφηση του από το έντερο ανάλογα με τις ανάγκες του οργανισμού. Σε ένδεια σ. οφείλεται ένας ειδικός τύπος αναιμίας (υποχρωμική σιδηροπενική αναιμία) που συναντιέται συχνά στην παιδική ηλικία και στις γυναίκες· σε υπερβολική συσσώρευση του μετάλλου στα διάφορα όργανα οφείλεται αντίθετα η αιμοχρωμάτωση, πάθηση σπάνια, που εκδηλώνεται με τη συμπτωματολογική τριάδα: κίρρωση του ήπατος, διαβήτη και χαρακτηριστική χρώση του δέρματος. Στη θεραπευτική ο σ. ενδείκνυται απολύτως στην παραπάνω μορφή αναιμίας· η χορήγηση του μπορεί να γίνει από το στόμα, ενδομυϊκά ή ενδοφλέβια· τα σκευάσματα σ. ποικίλλουν ανάλογα με την εκλεγόμενη οδό χορήγησης. Αφγανός σιδεράς κατασκευάζει πέταλα αλόγων (φωτ.ΑΠΕ). Σιδερένια καγκελόπορτα εξαίρετης τέχνης. Παλιός κορμός δέντρου με κλαδιά από σφυρήλατο σίδηρο, έργο δεξιοτεχνίας και αψηλής καλλιτεχνικής στάθμης. Το δέντρο αυτό κοσμεί τον κήπο του πύργου του Ισόνιε στην Αόστα της Ιταλίας. Ο σίδηρος και τα κύρια κράμματά του, χάλυβας και χυτοσίδηρος, έχουν ευρεία εφαρμογή: στη φωτογραφία, επιβλητική σιδερένια γέφυρα στο Σίδνεϋ (Αυστραλία), κατασκευασμένη το 1932. Δείγμα λειμονίτη, οξείδιου του σίδηρου που χρησιμοποιείται βιομηχανικά για εξαγωγή μετάλλων. Τα μεταλλεία σίδηρου διαθέτουν ειδικές εγκαταστάσεις για το φόρτωμα και τη διαλογή του σιδηρομεταλλεύματος: στη φωτογραφία, λιμενικές εγκαταστάσεις στο Νάρβικ (Νορβηγία), για τη διαλογή των προϊόντων των μεταλλείων της Κιρούνα.
* * *
ο, ΝΜΑ, και σίδηρο και σίδερο, το, Ν, και δωρ. τ. σίδαρος, και σίδηρον, τὸ, Α
1. μέταλλο ανθεκτικό και ευκατέργαστο, με χρώμα λευκοκύανο προς τεφρό, το οποίο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από την εποχή που ανακαλύφθηκε, το 1200 περίπου π.Χ., μέχρι σήμερα και, ιδίως, στη σύγχρονη εποχή, κατά την οποία αποτελεί τη βάση για την ανάπτυξη κάθε βιομηχανίας και, γενικότερα, τής οικονομίας (α. «κατεργασμένος σίδηρος» β. «χαλκός τε χρυσός τε πολύκμητός τε σίδηρος», Ομ. Ιλ.)
2. συνεκδ. κάθε αντικείμενο, σκεύος ή εργαλείο, ιδίως γεωργικό, από σίδηρο
νεοελλ.
1. χημ. χημικό στοιχείο που ανήκει στα μέταλλα, έχει σύμβολο Fe, ατομικό αριθμό 26 και ατομικό βάρος 55, 847
2. βιολ. σημαντικό χημικό ολιγοστοιχείο τού οργανισμού τών ζώων, που υπεισέρχεται στον σχηματισμό τών ερυθρών αιμοσφαιρίων και στη διεργασία τής κυτταρικής αναπνοής
3. (το ουδ. στον πληθ.) τα σίδηρα
ακατέργαστα ή ημικατεργασμένα προϊόντα σιδήρου
4. φρ. α) «σφυρήλατος σίδηρος» ή «μαλακτός σίδηρος»
(μεταλλ.) τύπος σιδήρου με περιεκτικότητα σε άνθρακα μικρότερη τού 0, 3%, ο οποίος όμως περιέχει 1-2% σκωρία μηχανικώς αναμεμιγμένη σ' αυτόν και είναι ελατός, ευκατέργαστος, μπορεί εύκολα να συγκολληθεί, παρουσιάζει σημαντική αντοχή στη διάβρωση, στην κρούση και στην καταπόνηση και βρίσκει πολλές εφαρμογές
β) «κονιοποιημένος σίδηρος»
(μεταλλ.) σίδηρος υπό μορφή σκόνης με κόκκους λεπτότητας ανάλογης με εκείνη τού τάλκη, σε καθαρή κατάσταση ή αναμεμιγμένος με άλλα μεταλλικά ή αμέταλλα χημικά στοιχεία, που χρησιμοποιείται στη μεταλλουργία κόνεων για την παραγωγή κραμάτων
γ) «θειικός σίδηρος»
χημ. ονομασία δύο ενώσεων-αλάτων τού σιδήρου που προκύπτουν κατά την επίδραση θειικού οξέος σε αυτόν
δ) «θειούχος σίδηρος»
χημ. ονομασία διαφόρων ανόργανων ενώσεων τού σιδήρου και τού θείου
ε) «χλωριούχος σίδηρος»
χημ. ονομασία δύο ενώσεων-αλάτων τού σιδήρου με το χλώριο
στ) «καρβονύλια σιδήρου»
χημ.) βλ. σιδηροκαρβονύλια
ζ) «οξείδια τού σιδήρου»
χημ. ονομασία τριών ενώσεων τού σιδήρου με το οξυγόνο, οι οποίες είναι το πρωτοξείδιο ή το μονοξείδιο τού σιδήρου, το τριοξείδιο ή το σεσκιοξείδιο τού σιδήρου και το επιτεταρτοξείδιο τού σιδήρου
η) «κράματα τού σιδήρου»
(μεταλλ.) κράματα τού σιδήρου με ένα ή περισσότερα άλλα μέταλλα, που χρησιμοποιούνται, ιδίως, στη χαλυβουργία
θ) «εποχή τού σιδήρου» — τεχνολογικό και πολιτισμικό στάδιο εξέλιξης τής ανθρώπινης κοινωνίας, το οποίο ακολούθησε την εποχή τού λίθου και την εποχή τού χαλκού και κατά το οποίο ο άνθρωπος είχε ανακαλύψει τον σίδηρο και τόν χρησιμοποιούσε, αντί τού χαλκού, ως κύριο μέταλλο για την κατασκευή τών εργαλείων και τών όπλων του, στάδιο τού οποίου η έναρξη στην Εγγύς Ανατολή και στη νοτιοανατολική Ευρώπη τοποθετείται στο 1200 περίπου π.Χ.
ι) «διά πυρός και σιδήρου»
i) λέγεται προκειμένου να δηλώσει λεηλασία και γενικότερα καταστροφή που έγινε με μεγάλη βιαιότητα και σε ευρεία έκταση
π) μτφ. λέγεται προκειμένου να δηλώσει τα δεινά που υπέστη κάποιος
μσν.
(το ουδ. στον πληθ.) αιχμηρά σιδερένια ραβδιά τα οποία χρησιμοποιούσαν ως βασανιστήρια όργανα («σιδήροις πυρωθεῑσι κατακεντᾱται τὰς σάρκας», Μηναί.)
μσν.-αρχ.
(το ουδ. στον πληθ.) σιδερένια δεσμά
αρχ.
1. αιχμή βέλους
2. ξίφος ή μάχαιρα ως όπλο
3. το μαχαίρι ως κοπτικό εργαλείο
4. δρεπάνι
5. κόψη πελέκεως
6. (γενικά) όπλα, οπλισμός («Ἀθηναῑοι τὸν... σίδηρον κατέθεντο», Θουκ.)
7. χώρος κατασκευής και πώλησης αντικειμένων από σίδηρο, σιδηρουργείο («ἀγαγὼν εἰς τὸν σίδηρον», Ξεν.)
8. μτφ. καθετί που χρησιμοποιείται ως σύμβολο σκληρότητας και άκαμπτης δύναμης ή ως σύμβολο στερεότητας και σταθερότητας (α. «ὀφθαλμοὶ...ὠσεὶ κέρα ἔστασαν ἠὲ σίδηρος», Ομ. Οδ.
β. «ἐκ σιδήρου κεχάλκευται... καρδίαν», Πίνδ.)
9. (το ουδ. πληθ.) α) αλιευτικά άγκιστρα («πῶς ἂν ἕλω μέγαν ἰχθῡν ἀφαυροτέροισι σιδάροις;», Θεόκρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για λ. άγνωστης ετυμολ. που δεν είναι ΙΕ. Η λ. απαντά ήδη στον Όμηρο και, σε αντιδιαστολή με τον χαλκό που ήταν το συνηθέστερο μέταλλο εκείνης τής εποχής, δηλώνει ένα σπάνιο και πολύτιμο μέταλλο που χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή όπλων και εργαλείων. Κατά μία αμφισβητούμενη άποψη, πρόκειται για δάνεια λ. από την περιοχή τής Ασίας (πρβλ. καυκασ. zido «σίδηρος»). Κατ' άλλους, η λ. σίδηρος συνδέεται με το λατ. sīdus «μετεωρίτης», που είχε αρχικά την σημ. τού μετεωρίτη και αργότερα αυτήν τού μετάλλου. Κατ' άλλη άποψη, τέλος, η λ. μέσω μιας σημ. «κόκκινο μέταλλο» συνδέεται με τον τ. σίδη* «ροδιά», πιθ. < προελλ. *sida «κόκκινος».
ΠΑΡ. σιδηρικός, σιδηρίτης, σιδηρούς
αρχ.
σιδήραιος, σιδηρεύς, σιδηρεύω, σιδήριον, σιδηρίσκος, σιδηρώδης
αρχ.-μσν.
σιδηραῖος, σιδηρίζω
νεοελλ.
σιδεράκι, σιδεράς, σιδερένιος, σιδεριά, σιδερικό, σιδερίτης, σιδερός, σιδερώνω.
ΣΥΝΘ. (Για σύνθ. με Α' συνθετικό σίδηρος / σίδερο) βλ. σιδηρο-. (Β' συνθετικό) ασίδηρος, ολοσίδηρος
αρχ.
ακροσίδηρος, αυτοσίδηρος, βαρυσίδηρος, βραχυσίδηρος, ευσίδηρος, μακροσίδηρος, περισίδηρος, τμητοσίδηρος, υποσίδηρος
νεοελλ.
ελατοσίδηρος, λευκοσίδηρος, χυτοσίδηρος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σίδηρος — iron masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίδηρος — [сидирос] ουσ. а железо …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σίδηρος — ο 1. χημικό στοιχείο, μέταλλο. 2. σίδερο. 3. «εποχή του σιδήρου», η τελευταία από τις μεγάλες εποχές της εξέλιξης του ανθρώπου· «διά πυρός και σιδήρου», με τη βία. 4. το χημικό στοιχείο ως συστατικό του αίματος: Ο οργανισμός του ανθρώπου έχει… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ὁπόσα φάρμακα οὐκ ἰῆται, σίδηρος ἰῆται, ὅσα σίδηρος οὐκ ἰῆται, πῦρ ἰῆται. — См. Железный …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Οὐ πῦρ, οὐ σίδηρος οὐδὲ χαλκὸς εἴργει μή φοιτᾶν ἐπὶ δείπνον. — См. Сквозь огонь и воду …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Сидероз глаза — (Σίδηρος железо) состояние глаза, при котором во всех тканях глаза, особенно в сетчатой оболочке, можно с помощью микроскопа найти железо. При попадании в глаз осколка железа и застревании его в какой либо части его, напр. хрусталике, последний… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • σιδήρους — σίδηρος iron masc acc pl σιδηρόω overlay with iron imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίδηρε — σίδηρος iron masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίδηροι — σίδηρος iron masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαλκός — Χημικό στοιχείο με σύμβολο Cu· ανήκει στην πρώτη ομάδα, δεύτερη υποομάδα του περιοδικού συστήματος των στοιχείων, έχει ατομικό αριθμό 29, ατομικό βάρος 63,54, δύο σταθερά ισότοπα (Cu63 και Cu65) και 9 ραδιενεργά, από αριθμό μάζας 58 έως 68.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.